Άρθρο /ˈar.θro/ Noun

English
article
한국어
기사

Example

  • Έγραψε ένα άρθρο για τα οφέλη της τηλεργασίας.
  • She wrote an article about the benefits of remote work.
  • Η τηλεργασία είναι πλέον κομμάτι της καθημερινότητάς μας.