Καλλιτέχνης /ka.liˈteç.nis/ Noun

English
artist
한국어
예술가

Example

  • Η γκαλερί φιλοξενεί έργα ενός τοπικού καλλιτέχνη.
  • The gallery features work by a local artist.
  • Η τέχνη είναι ένας τρόπος να ανακαλύψουμε την ομορφιά που κρύβεται στα έργα των χειρών του Δημιουργού.