ασφάλιση /asfaˈliːzi] Noun

English
insurance
한국어
보험

Example

  • Έχεις ταξιδιωτική [ασφάλιση] για το ταξίδι σου;
  • Do you have travel insurance for your trip?
  • Η λέξη «ασφάλιση» εδώ είναι η πιο άμεση και σύγχρονη επιλογή.