ασημένιος /asiˈmeɲos/ AdjectiveEnglishsilver한국어은(銀)ExampleΟδηγούσε ένα κομψό ασημένιο αυτοκίνητο.She drove a sleek silver car.Το 'ασημένιο' εδώ είναι το πιο φυσικό.