αστράγαλος /asˈtraɣalos/ NounEnglishankle한국어발목ExampleΤράβηξε τον αστράγαλο παίζοντας ποδόσφαιρο.He twisted his ankle playing soccer.Η λέξη 'τραβώ' είναι η πιο συνηθισμένη για τραυματισμό.