απαίσιος /apaˈsios/ Adjective

English
awful
한국어
끔찍하다

Example

  • Ο καφές είχε γεύση εντελώς [άσχημος/απαίσιος/χάλια].
  • The coffee tasted absolutely awful.
  • Το 'χάλια' είναι πιο καθημερινό και έντονο.