ασυνήθιστο /asiniˈθito/ Adjective
- English
- unusual
- 한국어
- 특이한
Example
- Η περίπτωσή του είναι εξαιρετικά ασυνήθιστη (ιδιόμορφος / ανοίκειος / σπάνιος) — η υπόθεση είναι πολύ ασυνήθιστη.
- The case is highly unusual.
- Χρησιμοποιείται για να δηλώσει κάτι που δεν συμβαίνει συχνά.