κλίμα /ˈklimɑ/ NounEnglishatmosphere한국어분위기ExampleΗ ρύπανση καταστρέφει την [ατμόσφαιρα] της Γης. [Ατμόσφαιρα / Αέρας / Αιθέρας] — της Γης.Pollution is damaging the Earth's atmosphere.Εδώ η κυριολεκτική, επιστημονική έννοια.