Ήχος /ˈiχos/ AdjectiveEnglishaudio한국어오디오ExampleΟι ρυθμίσεις ήχου χρειάζονται ρύθμιση.The audio settings need adjustment.Εδώ το 'ήχου' λειτουργεί ως προσδιορισμός (γενική).