Αυγή /aˈvʝi/ NounEnglishdawn한국어새벽ExampleΗ μελισσοκομία άρχισε με την [Αυγή] (Ανατολή / Λάμψη / Φως) — τα πουλιά άρχισαν να κελαηδούν με την αυγή.The birds began to sing at dawn.Η 'αυγή' εδώ είναι η στιγμή, όχι η πράξη του ξημερώματος.