Μακριά /maˈkɾʝa/ Adverb

English
away
한국어
멀리 / 자리를 비운

Example

  • Η παραλία είναι μόνο ένα μίλι μακριά.
  • The beach is only a mile away.
  • Χρησιμοποιείται συχνά για να δείξει προσβασιμότητα.