άξιος /ˈa.ksi.os/ Adjective

English
worthy
한국어
가치 있는

Example

  • Λίγες από τις ιδέες του είναι **άξιες** περαιτέρω διερεύνησης.
  • Very few of his ideas are worthy of further attention.
  • Εδώ τονίζεται η ποιότητα και η σημασία των ιδεών.