Βαθύς / Βαθιά /vaˈθis/ Επίθετο

English
deep
한국어
깊다

Example

  • Οι δύτες εξερεύνησαν τις βαθιές ωκεάνιες τάφρους.
  • The divers explored the deep ocean trenches.
  • Η λέξη 'βαθύς' εδώ τονίζει τη φυσική διάσταση.