υπνοδωμάτιο /ipnoðoˈmitio/ NounEnglishbedroom한국어침실ExampleΠρέπει να καθαρίσω το υπνοδωμάτιό μου πριν έρθουν οι καλεσμένοι.I need to clean my bedroom before the guests arrive.Η 'κρεβατοκάμαρα' είναι πιο ζεστή και προσωπική λέξη.