μπλοκάρω /bloˈkaɾo/ NounEnglishblock한국어차단하다 / 막다ExampleΤα παιδιά έφτιαξαν ένα κάστρο με ξύλινα [μπλοκ].The children built a castle with wooden blocks.Εδώ το «μπλοκ» είναι η πιο φυσική επιλογή, ειδικά για παιχνίδια.