ιστολόγιο /ˈbloɣ/ Noun

English
blog
한국어
블로그

Example

  • Αυτός είναι ένας σύνδεσμος προς το ιστολόγιο του μουσείου.
  • This is a link to the museum's blog.
  • Το 'ιστολόγιο' είναι η πιο επίσημη και καθαρή ελληνική απόδοση.