μπορώ /boˈro/ Verb

English
can
한국어
~할 수 있다

Example

  • Μπορείς να βρεις γαλήνη ακόμα και στη μέση μιας καταιγίδας.
  • You can find peace even in the middle of a storm.
  • Η εσωτερική δύναμη είναι κεντρική έννοια.