προς τα εμπρός /pros ta emˈbros/ AdverbEnglishforward한국어앞으로ExampleΈγειρε η κοπέλα [μπροστά] για να ακούσει καλύτερα τη μουσική.She leaned forward to hear the music better.Το «μπροστά» εδώ δηλώνει φυσική κλίση.