Αποσβεστήρας /aposveˈstiras/ Noun
- English
- buffer
- 한국어
- 완충제 (Buffer)
Example
- Η στήριξη από την οικογένεια λειτουργεί ως [Αποσβεστήρας] στο στρες.
- Support from family acts as a buffer against stress.
- Εδώ το «Αποσβεστήρας» δίνει την αίσθηση της απορρόφησης της ενέργειας.