Καμβάς /kamˈvas/ NounEnglishcanvas한국어캔버스ExampleΟ ζωγράφος άπλωσε παχιές στρώσεις χρώματος στον [καμβά] του.The artist applied thick layers of paint to the canvas.Εδώ ο καμβάς είναι η απόλυτη βάση της δημιουργίας.