διανομή / ρίψη /kɑːst/ Ουσιαστικό
- English
- cast
- 한국어
- 캐스팅하다 / 던지다
Example
- Η παράσταση έχει ένα λαμπερό [το καστ] (συντελεστές / ερμηνευτικό σύνολο) — όλοι είναι αστέρια.
- The play features an all-star cast.
- Το 'λαμπερό' τονίζει την ποιότητα των ηθοποιών.