Απαιτητικό /a.pi.ti.tiˈko/ AdjectiveEnglishchallenging한국어까다로운ExampleΉταν μια δύσκολη ανάβαση, μα η θέα άξιζε τον κόπο.It was a challenging hike, but the view was worth it.Εδώ το 'δύσκολη' είναι η πιο φυσική επιλογή για φυσική δραστηριότητα.