Χαρά /xaˈra/ Noun

English
joy
한국어
기쁨

Example

  • Τα βιβλία της έφεραν [χαρά] σε εκατομμύρια.
  • Her books have brought joy to millions.
  • Η «χαρά» εδώ είναι η άμεση, μετρήσιμη επίδραση.