Χαρτί /xaɾˈti/ Noun

English
paper
한국어
종이

Example

  • Μουτζούρωσε το τηλέφωνό της σε ένα κομμάτι χαρτί.
  • She scribbled her phone number on a scrap of paper.
  • Το 'κομμάτι' τονίζει την ακαταστασία.