ΕΞΥΠΗΡΕΤΩ / ΠΡΟΣΑΡΜΟΖΩ /əˈkɒmədeɪt/ Verb
- English
- accommodate
- 한국어
- 수용하다 / 편의를 봐주다
Example
- Το γήπεδο [χωράει] (Εξυπηρετώ / Φιλοξενώ / Δέχομαι) πενήντα χιλιάδες φιλάθλους.
- The stadium can accommodate 50,000 fans.
- Εδώ το 'χωράω' είναι η πιο φυσική επιλογή για χωρητικότητα.