χορηγώ / χορήγηση /xoriˈɣo/ NounEnglishgrant한국어승인하다ExampleΗ ερευνητική ομάδα έλαβε ομοσπονδιακή [Επιχορήγηση].The research team received a federal grant.Εδώ το 'επιχορήγηση' είναι ο επίσημος όρος για κρατική/ευρωπαϊκή στήριξη.