Χωρητικότητα /xoritikóˈtita/ Noun
- English
- capacity
- 한국어
- 역량 (Capacity/Competence)
Example
- Η **χωρητικότητα** (αποθηκευτικός χώρος / δεξαμενής / δοχείου) του ντεπόζιτου είναι 50 λίτρα.
- The fuel tank has a capacity of 50 litres.
- Εδώ μιλάμε για φυσικό όγκο.