Ο χορός /xoˈɾevo/ NounEnglishdancing한국어춤ExampleΥπήρχε μουσική και χορός (κίνηση ρυθμική / παιχνίδι / γλέντι) μέχρι τις δύο το πρωί.There was music and dancing till two in the morning.Στην Ελλάδα, ο χορός είναι κεντρικό στοιχείο κάθε γιορτής.