Χρώμα /ˈxroma/ Noun

English
colour
한국어
색깔 (Saek-kkal)

Example

  • Ποιο είναι το αγαπημένο σου χρώμα (αγαπημένη απόχρωση / τόνος / χροιά);
  • What is your favourite colour?
  • Η ερώτηση είναι άμεση και πολύ συνηθισμένη.