Ο χορός /xoˈɾevo/ NounEnglishdance한국어춤ExampleΓνωρίζεις άλλους Λατινοαμερικάνικους χορούς (χορούς / είδη κίνησης / ρυθμούς);Do you know any other Latin American dances?Ο χορός είναι κεντρικός στην ελληνική παράδοση.