ντεκ /dɛk/ Noun
- English
- deck
- 한국어
- 데크 (Deck)
Example
- Οι επιβάτες μαζεύτηκαν στο [ντεκ] για να δουν τα δελφίνια.
- The passengers gathered on the deck to watch the dolphins.
- Σε πλοίο, το 'κατάστρωμα' είναι πιο επίσημο, αλλά το 'ντεκ' είναι πολύ συνηθισμένο.