δέντρο /ˈðen.dro/ NounEnglishtree한국어나무ExampleΗ μηλιά [δέντρο] είναι γεμάτη καρπούς φέτος.The apple tree is full of fruit this year.Η 'μηλιά' είναι το δέντρο που παράγει μήλα.