Δεν μπορώ /ðen boˈro/ VerbEnglishcannot한국어못하다ExampleΔεν μπορώ να πιστέψω την καλοσύνη των ξένων.I cannot believe the kindness of strangers.Εκφράζει έκπληξη και συγκίνηση, όπως ακριβώς και στα αγγλικά.