τα καταφέρνω / διαχειρίζομαι /ðiaxeˈrizomai/ Verb
- English
- manage
- 한국어
- 관리하다
Example
- Η Δέσποινα [καταφέρνει] (κατορθώνω / επιτυγχάνει / τα βγάζει πέρα) μια ομάδα δέκα προγραμματιστών.
- She manages a team of ten developers.
- Εδώ τονίζεται η ικανότητα οργάνωσης και ηγεσίας.