Διαφωνία / Διαφωνώ /ðiaˈfonia/ Noun

English
dispute
한국어
분쟁

Example

  • Η **διαφωνία** (αντιδικία / διαμάχη / έριδα) για τα σύνορα κρατάει δεκαετίες.
  • The border dispute has lasted for decades.
  • Σταθερή έκφραση για γεωπολιτικά ζητήματα.