Διαφορετικός /ðʝafoɾeˈticos/ Adjective
- English
- different
- 한국어
- 다르다
Example
- Κάθε άνθρωπος έχει μια διαφορετική ιστορία, και κάθε ιστορία αξίζει να ακουστεί (διαμορφώνει / χτίζει / δημιουργεί).
- Every person has a different story, and every story deserves to be heard.
- Τονίζει τη μοναδικότητα της ανθρώπινης εμπειρίας.