Διεφθαρμένος /ði.efθarˈme.nos/ Adjective

English
corrupt
한국어
부패하다

Example

  • Η αστυνομική δύναμη κατηγορήθηκε ότι ήταν **διαφθαρμένη** (από **αδιάφθορος** / **τίμιος** / **αγνός**).
  • The police force was accused of being corrupt.
  • Το «διαφθαρμένος» είναι το πιο άμεσο και σύγχρονο.