διαλογισμός /ðjaloʝiˈzmos/ Noun
- English
- meditation
- 한국어
- 명상
Example
- Βρήκε γαλήνη μέσω της γιόγκα και του [διαλογισμού] (στοχασμός / ενδοσκόπηση / περισυλλογή) — ηρεμία.
- She found peace through yoga and meditation.
- Το 'διαλογισμός' είναι ο πιο ουδέτερος και σύγχρονος όρος.