Διασκέδαση /ðiasˈkedasi/ Noun

English
fun
한국어
재미

Example

  • Περάσαμε υπέροχα (είχαμε πολλή διασκέδαση) στο πάρτι της Σάρας.
  • We had a lot of fun at Sarah's party.
  • Το «υπέροχα» τονίζει την ποιότητα της εμπειρίας.