Διασκορπισμένος /ðjaskorˈspiɾme̞nos/ Adjective

English
scattered
한국어
흩어진 / 정신없는

Example

  • Λίγα διάσπαρτα σπίτια χάραζαν την πλαγιά του λόφου. (Σκόρπια / Αραιά / Διάσπαρτα)
  • A few scattered houses dotted the hillside.
  • Η χρήση του 'διάσπαρτα' δίνει μια πιο ποιητική αίσθηση της κατανομής.