διεθνής /ði.eθniˈkos/ AdjectiveEnglishinternational한국어국제적인ExampleΥπέγραψαν μια **διεθνή** συνθήκη. (κοσμοπολίτικη / διακρατική / παγκόσμια)They signed an international treaty.Το 'διεθνής' τονίζει τη σχέση μεταξύ κρατών.