Διευθυντής / Διευθύντρια /ˈprɪnsəpəl/ Noun
- English
- principal
- 한국어
- 교장 / 주요한
Example
- Ο **Διευθυντής** υποδέχτηκε τους νέους μαθητές με ζεστασιά.
- The principal welcomed the new students.
- Εδώ, το 'Διευθυντής' είναι ο καθιερωμένος όρος για τον σχολικό ηγέτη.