Δικηγόρος Συμβάσεων /səˈlɪsɪtər/ Noun
- English
- solicitor
- 한국어
- 사무변호사
Example
- Η πρώτη της κίνηση ήταν να βρει έναν **δικηγόρο** (Νομικός Σύμβουλος / Εκπρόσωπος) για συμβουλές.
- Her first step was to contact a solicitor for advice.
- Εδώ, ο 'Δικηγόρος' καλύπτει την ανάγκη για άμεση νομική καθοδήγηση.