δίκαιος /fɛər/ AdjectiveEnglishfair한국어공정하다ExampleΟ διαιτητής έδωσε [δίκαιη / αμερόληπτη / εύλογη] απόφαση.The referee made a fair call.Η 'απόφαση' (decision) δέχεται πάντα το 'δίκαιη'.