δικαστικός δικαστικός Adjective

English
judicial
한국어
사법적

Example

  • Οι **δικαστικές** εξουσίες του δικαστηρίου είναι σαφώς καθορισμένες.
  • The judicial powers of the court are clearly defined.
  • Εδώ τονίζεται η θεσμική λειτουργία.