Δικηγόρος /ði.ciˈɣo.ros/ Noun
- English
- lawyer
- 한국어
- 변호사
Example
- Η Μαρία αποφάσισε να προσλάβει έναν **δικηγόρο** (συνήγορος / νομικός) για να χειριστεί το διαζύγιό της.
- She decided to hire a lawyer to handle her divorce.
- Η επιλογή του 'συνήγορος' δίνει έμφαση στην υπεράσπιση.