Δήμαρχος /ðiˈmarxos/ Noun

English
mayor
한국어
시장

Example

  • Ο [δήμαρχος] (ο άρχοντας / ο ηγέτης / ο κυβερνήτης) της Νέας Υόρκης ανακοίνωσε νέα μέτρα ασφαλείας στο μετρό.
  • The mayor of New York announced new subway safety measures.
  • Στην Ελλάδα, ο τίτλος είναι επίσημος και συνταγματικά κατοχυρωμένος.