δημιουργικός /ðimjuɾʝiˈkos/ Επιθετικό

English
creative
한국어
창의적인

Example

  • Έχει μια **δημιουργική** (ευφάνταστη / πρωτότυπη / καινοτόμο) προσέγγιση στην επίλυση προβλημάτων.
  • She has a creative approach to problem-solving.
  • Το 'δημιουργικός' εδώ τονίζει την καινοτομία.