Δημοφιλία /ðimofiˈlia/ Noun
- English
- popularity
- 한국어
- 인기
Example
- Η αυξανόμενη **δημοτικότητα** της ποδηλασίας είναι εξαιρετική για το περιβάλλον. [Η **απήχηση** της ποδηλασίας είναι εξαιρετική για το περιβάλλον.]
- The increasing popularity of cycling is great for the environment.
- Εδώ η λέξη είναι ουδέτερη, τονίζει την τάση.