ικανός /ikaˈnos/ Adjective

English
able
한국어
할 수 있다

Example

  • Πρέπει να είσαι **δυνατός** να μιλάς Γαλλικά για αυτή τη δουλειά.
  • You must be able to speak French for this job.
  • Εδώ το «δυνατός» λειτουργεί ως επίθετο ικανότητας.